Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Η καλλιέργεια της PistachiaVera L. διεθνώς και ιδιαίτερα στο νησί της Αίγινας.

H φιστικιά (Pistacia vera) ανήκει στην τάξη Τerebinthales της οικογένειας των Anacardiaceae. Κατά τον Ζohary (1950-1952) όπως αναφέρεται στο Saghir, M. (2006:3) το γένος Pistacia περιλαμβάνει 11 είδη τα οποία ταξινομούνται σε τέσσερις κατηγορίες (Lentiscella Zoh, Eu Lentiscus Zoh, Butmela Zoh και Eu Terebinthus Zoh). Τα είδη αυτά είναι αυτόχθονες στην Ευρασία, τη Βόρεια Αμερική και τις Καναρίους Νήσους και έχουν βρώσιμους καρπούς με κέλυφος. Η Pistacia vera καλλιεργείται ως γεωργική καλλιέργεια στη Μεσογειακή Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή και την Καλιφόρνια.
Η παγκόσμια παραγωγή των φιστικιών αυξάνεται. Κατά την περίοδο 1979-1981, η παγκόσμια παραγωγή ήταν κατά μέσο όρο 109 000 τ / α και το 1993 αυξήθηκε σε 354 000 τόνους. Κυριότερες χώρες παραγωγής και εξαγωγής είναι το Ιράν, η Τουρκία, η Συρία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι τέσσερις αυτές χώρες παράγουν το 90 τοις εκατό της παγκόσμιας παραγωγής φιστικιών. Άλλες χώρες που εξάγουν φιστίκια περιλαμβάνουν το Αφγανιστάν, Ελλάδα, Ινδία, Ιταλία, Πακιστάν και την Τυνησία. Χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο, εισάγουν φιστίκια προκειμένου να τα εξάγουν εκ νέου σε άλλες χώρες»(Ciesla,W.,2002:79 και Zakynthinos and Rouskas, 1994:88).
Πίνακας 1
Η παραγωγή φιστικιών στις κυριότερες φιστικοπαραγόµενες χώρες
Χώρα
                                 Έτος   1989-1991         1998        1999        2000
Ιράν                                      159000           314000    131000     200000
ΗΠΑ                                     36000              85000       56000       94000
Τουρκία                                39000              35000      30000       60000
Συρία                                    14000              36000      306000     33000
Κίνα                                      22000              32000       32000      32000
Ελλάδα                                  5000                5000         6000         7000
Ιταλία                                    2000                1000         3000              -

(Πηγή: Κατσόγιαννος, Χ., ο.π:9)

Σύμφωνα με την FAOSTAT (Food and Agriculture Organization of the United Nations) οι μεγαλύτερες χώρες παραγωγής κελυφωτών φιστικιών για το έτος 2013 (αυτή είναι η πιο πρόσφατη χρονιά που είναι καταγεγραμμένη στην ιστοσελίδα) είναι το Ιράν, οι ΗΠΑ, η Τουρκία, η Κίνα (ηπειρωτική και μη).

Διάγραμμα 1. Οι μεγαλύτερες χώρες παραγωγής κελυφωτών φιστικιών για το έτος 2013 (πηγή: FAOSTAT)




Πίνακας 2
Παραγωγή (σε τόνους) το έτος 2013 για τις μεγαλύτερες χώρες

Iran (Islamic Republic of)

Pistachios

478600.0

tonnes
United States of America
Pistachios
196930.0
tonnes
Turkey
Pistachios
88600.0
tonnes
China, mainland
Pistachios
74000.0
tonnes
China
Pistachios
74000.0
tonnes
Πηγή FAOSTAT Date: Tue Feb 17 18:23:38 CET 2015

Η Pistacia vera είναι η ήμερη καλλιεργούμενη φιστικιά και μόνο στην Αίγινα η ποικιλία αυτή καλλιεργείται για εμπορικούς σκοπούς (θηλυκά δέντρα) όπου και η καλλιέργεια της φιστικιάς αναπτύχθηκε εμπειρικά. Αυτό συνέβη για δύο λόγους :
1) Δεν υπήρχαν δεδομένα στο νησί διότι ήταν μία πρωτοποριακή καλλιέργεια.
2) Το μέγεθος της καλλιέργειας αλλά και της γεωργικής γης στο νησί ήταν και είναι ασήμαντο σε εθνική κλίμακα συνεπώς το κράτος δεν έδειξε ειδικό ενδιαφέρον.
Έτσι η καλλιέργεια αναπτύχθηκε εμπειρικά με μία τεχνική η οποία αποτέλεσε πολλές φορές οδηγό για άλλους νέους καλλιεργητές εκτός του νησιού που εξετάζουμε. Υπήρχε έλλειψη επαγγελματισμού, υπήρχε στενότητα ροής πληροφοριών λόγω της απομόνωσης των νησιών εκείνη την εποχή και έτσι αποκρυσταλλώθηκε με τα χρόνια μια στερεότυπη κατάσταση όπως παρατηρεί ο γεωπόνος Μιχάλης Μουτσάτσος, ο οποίος αναφέρει κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα της κατάστασης αυτής (Μουτσάτσος, Μ., 2003γ:63).
Στην Αίγινα, ο Νικόλαος Περόγλου ίδρυσε την πρώτη οργανωμένη φυτεία φιστικιάς στο κτήμα του το 1896. Το φτωχό έδαφος της περιοχής και η γειτνίαση με τη θάλασσα ευνόησαν την ανάπτυξη της φιστικιάς. Ο ίδιος δεν ήταν γεωπόνος, ενδιαφερόταν όμως για τη δενδροκομία και ο φιστικιώνας του ήταν οργανωμένος με μεγάλη επιμέλεια. Ο Ν. Περόγλου προσπάθησε να διαδώσει την καλλιέργεια της φιστικιάς όχι μόνο στο νησί αλλά σε ολόκληρη τη χώρα. Έπεισε τους κατοίκους της Αίγινας διανέμοντας τους εμβολιασμένα δέντρα να καλλιεργήσουν και αυτοί με τη σειρά τους τη φιστικιά. Λόγω του ότι το νησί ήταν πολύ φτωχό πίστευε πως μελλοντικά θα βοηθήσει εάν το φιστίκι γίνει ένας κύριος οικονομικός πόρος.

Φωτ.7: Ο Νικόλαος Περόγλου(πηγή ιστοσελίδα: Κτήμα Καραπάνου http://pistaches.eu/el).


Φωτ.8:Εγχειρίδιο «Η Φιστικιά» του Ν. Περόγλου,(πηγή ιστοσελίδα: Κτήμα Καραπάνου http://pistaches.eu/el).

Το 1916 δημοσίευσε το εγχειρίδιο με τίτλο Η Φιστικιά, το οποίο εξέδωσε η Βασιλική Γεωργική Εταιρεία, της οποίας ήταν σύμβουλος. Είναι το πρώτο εγχειρίδιο που γράφτηκε στη χώρα μας για τη φιστικιά.
 «Τη δεκαετία του 1920 η επέκταση της φιστικιάς συνεχίζεται. Φυτεύονται δένδρα στο Βαθύ στο κτήμα Κάτσα και αλλού από Αιγινήτες καλλιεργητές. Η ζήτηση για δενδρύλλια αυξάνεται αλλά στην Αίγινα δεν υπάρχουν φυτώρια. Οι Αιγινήτες προμηθεύονται δενδρύλλια από την Αττική και την Πελοπόννησο. Το πρώτο μεγάλο εμπορικό φυτώριο στην Αίγινα εγκαταστάθηκε από τον Γεώργιο Φορτούνα το 1925. Στην Αίγινα πολλές εκτάσεις φυτεύτηκαν με δενδρύλλια του φυτωρίου του Φορτούνα, ο οποίος συνέβαλε στη διάδοση της φιστικιάς στο νησί. Αυτή ήταν η μεγάλη προσφορά του Φορτούνα: η παραγωγή δενδρυλλίων την εποχή της αύξησης της ζήτησης. Μετά το θάνατό του το 1939 η εκμετάλλευση του φυτωρίου συνεχίστηκε από τη σύζυγό του Παναγιώτα μέχρι και το 1960» (Ιστοσελίδα κτήμα Καραπάνου).
«Η φιστικιά (Pistacia vera L.) στην Ελλάδα, συνδέεται με το νησί της Αίγινας. Είναι η κύρια καλλιέργεια του νησιού,  ο καρπός ονομάζεται αιγινίτικο φιστίκι για να διακρίνεται από τον καρπό που ονομάζεται στην Ελλάδα αράπικο φιστίκι. Στις δεκαετίες του 1950 και 1960, η καλλιέργεια της φιστικιάς επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα από το νότο στο βορρά και στα νησιά. Η Αίγινα δεν είναι πλέον η κύρια περιοχή παραγωγής φιστικιών στην Ελλάδα, αλλά ιστορικά παραμένει η περιοχή από την οποία έχει ξεκινήσει η παραγωγή φιστικιού(Chitzanidis, 2010-abstract).
Από τα τέλη της δεκαετίας του 80 υπήρξε κρίση στην καλλιέργεια και αυτό είχε σαν συνέπεια να οδηγηθούν οι Αιγινήτες παραγωγοί σε περικοπή πολλών καλλιεργητικών φροντίδων, δηλαδή εξόδων. Τα έξοδα φυτοπροστασίας ήταν ένα από αυτά τα οποία περικόπηκαν στο μισό περίπου. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι προσβολές από έντομα και μύκητες αυξήθηκαν κατακόρυφα και έτσι από τότε παρατηρούνται ενδημικά φαινόμενα μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης κάθε χρόνο, καθώς η κατάσταση δε βελτιώθηκε ουσιωδώς.
Το Υπουργείο Γεωργίας έχει από το 1988 εκδώσει υπουργική απόφαση και απαγορεύει τη χρήση φυτοφαρμάκων μεγάλης τοξικότητας σε θερμοκήπια και σε ακτίνα πενήντα μέτρων από κατοικημένες περιοχές. Οι ραντιστές έχουν όλοι ενημερωθεί και εφαρμόζουν την απόφαση όμως στην πλειοψηφία των περιπτώσεων υπάρχουν οι αντιδράσεις εξαγριωμένων γειτόνων που απαγορεύουν με την απειλή της αστυνομίας και ενδεχομένων συλλήψεων γιατί υπάρχει ο φόβος ότι τα ραντίσματα είναι υπαίτια για την εμφάνιση κρουσμάτων καρκίνου. Πρόκειται για φήμες σύμφωνα με τον γεωπόνο κ. Μιχάλη Μουτσάτσο που ουδέποτε αποδείχθηκαν και διαδίδονταν συστηματικά. Υπήρξε διχασμός ανάμεσα στους κατοίκους και η ύπαρξη συμφερόντων πίσω από τις φήμες αυτές υποκινεί τη δημιουργία μιας δυσάρεστης κατάστασης (Μουτσάτσος, Μ., 2003δ:74-77).
Οι καλλιεργητές προσπαθούν να προφυλάξουν την παραγωγή τους από καταστροφικές ασθένειες και εντομολογικές προσβολές που παρουσιάζονται κατά διαστήματα.
Όσον αφορά στους ζωικούς εχθρούς της φιστικιάς στην Ελλάδα τα έντομα αποτελούν τη μεγάλη απειλή. Το ευρύτομο, ο σκώρος και η ψύλλα της φιστικιάς είναι τα σημαντικότερα.
Στην καλλιέργεια του κελυφωτού φιστικιού, οι πιο πιθανές πηγές κινδύνου που προέρχονται από τη γεωργική πρακτική και είναι δυνατό να μεταφερθούν στον καταναλωτή μέσω της μεταφοράς τους στον επόμενο κρίκο της τροφικής αλυσίδας είναι οι ακόλουθες :
Χημικές πηγές κινδύνου
Αφλατοξίνες
Βιομηχανικοί και περιβαλλοντικοί επιμολυντές όπως είναι ο μόλυβδος, το κάδμιο κλπ
Υπολείμματα φυτοφαρμάκων
Φυσικές πηγές κινδύνου
Ξύλο (τμήμα κλαδιών)
Πλαστικά τμήματα από σάκους
Κέλυφος
Έτσι το 2003 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας FAO εξέδωσε έναν οδηγό καλής γεωργικής πρακτικής του οποίου οι τέσσερις πυλώνες είναι:
Οικονομική βιωσιμότητα
Περιβαλλοντική διαχείριση
Κοινωνική αποδοχή

Ασφάλεια και ποιότητα προϊόντος (Γεωργιάδου, Μ., 2011:11).

@Κωνσταντίνα Χατζίνα
MSc Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων
(Απόσπασμα από τη διπλωματική εργασία με τίτλο "Φυσικά προιόντα διατροφής ως πολιτιστικός πόρος για την ανάπτυξη και την προβολή ενός τόπου. Μελέτη περίπτωσης:Το φιστίκι Αιγίνης-Αίγινα" με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Δρ. Ευγενία Μπιτσάνη-Ιούνιος 2015).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η επόμενη μέρα για το Λεούσειο Εκκλησιαστικό Ίδρυμα

  Θετικά ήταν τα συναισθήματα που δημιούργησε στους κατοίκους της Αίγινας η ανακοίνωση από την Περιφέρεια Αττικής για την έναρξη εργασιών αν...