Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Η έννοια της πολιτιστικής βιομηχανίας κατέχει σημαντική θέση στο χώρο του πολιτισμού.







ΠΕΡΙΛΗΨΗ

            Κατά τις τελευταίες δεκαετίες σημαντικά γεγονότα και εξελίξεις συνέβησαν στον πολιτιστικό τομέα. Οι αλλαγές στην καθημερινή ζωή των πολιτών, η παγκοσμιοποίηση, η πρόοδος της τεχνολογίας, ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι παράγοντες οι οποίοι ανέτρεψαν τις προϋπάρχουσες ισορροπίες μεταξύ της κοινωνίας, της οικονομίας και του πολιτισμού. Παρατηρήθηκε η εμφάνιση μιας πολιτιστικής βιομηχανίας η οποία είναι ικανή να ανταποκριθεί κατάλληλα στις προκλήσεις των νέων τεχνολογιών αφού πολλά από τα προϊόντα της μετατρέπονται σε υπηρεσίες.
Η εργασία που ακολουθεί σκοπεύει  να παρουσιάσει στο πρώτο μέρος κριτικά την έννοια της πολιτιστικής βιομηχανίας όπως την ανέπτυξε η Σχολή της Φραγκφούρτης σε σχέση με τις αντιλήψεις του Διαφωτισμού  και με την έννοια της μαζικής κουλτούρας. Στη συνέχεια, στο δεύτερο μέρος, επικεντρωνόμαστε σε ένα παράδειγμα πολιτιστικής βιομηχανίας όπως είναι η τηλεόραση για να εντοπίσουμε κατά πόσο έχει αλλάξει η σημασία της έννοιας αυτής στην εποχή μας. Τέλος στο τρίτο μέρος διατυπώνονται τα συμπεράσματα από την εργασία και κάποιες σκέψεις.
Λέξεις κλειδιά : μαζική κουλτούρα, Σχολή της Φραγκφούρτης, Πολιτιστική βιομηχανία, τηλεόραση.










ΕΙΣΑΓΩΓΗ

            Από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα η ανάπτυξη της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς καθώς και μία σειρά άλλων παραγόντων προκάλεσαν την εμφάνιση νέων φαινομένων όσων αφορά στην κοινωνία και στον πολιτισμό. Οι θεωρητικοί ονόμασαν τα φαινόμενα αυτά μαζική κοινωνία και μαζική κουλτούρα. Από τότε έχει ξεκινήσει μία συνεχής κριτική προσέγγιση στις έννοιες αυτές η οποία συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας. Κεντρική θέση σε αυτές τις συζητήσεις κατέχει και η έννοια της πολιτιστικής βιομηχανίας.
               Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να διευκρινιστεί καταρχήν η έννοια της πολιτιστικής βιομηχανίας και να αξιολογηθεί ο τρόπος  που την παρουσίασαν οι θεωρητικοί της Σχολής της Φραγκφούρτης σε σχέση τις αντιλήψεις τού Διαφωτισμού, αναφορικά με την έννοια της προόδου και την έννοια της μαζικής κουλτούρας. Επιμέρους στόχος της εργασίας είναι να παρουσιάσει τις σύγχρονες σημασίες της έννοιας της πολιτιστικής βιομηχανίας και να καταδείξει πως στις μέρες μας αμφισβητείται η « απαισιόδοξη προσέγγιση της Σχολής της Φραγκφούρτης  που θεωρεί το κοινό μία ολοκληρωτικά αλλοτριωμένη μάζα και τη μαζική κουλτούρα ως ευτελή και χειραγωγητική» ( Κωνσταντινίδου , 2003 ).
               Τέλος το προσδοκώμενο αποτέλεσμα της συγκεκριμένης εργασίας είναι, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της τηλεόρασης ως πολιτιστικής βιομηχανίας, να διαπιστώσουμε αν και κατά πόσο η μεταβολή του γενικότερου πλαισίου συνέβαλε ή όχι στη μετατόπιση της σημασίας της έννοιας της πολιτιστικής βιομηχανίας σύμφωνα με τη Σχολή της Φραγκφούρτης.
               Σε ότι αφορά στη μεθοδολογία, έγινε άντληση στοιχείων από τη σχετική με το αντικείμενο βιβλιογραφία καθώς επίσης και το διαδίκτυο.




ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

1.Βασικές έννοιες

1.1  Οι έννοιες του πολιτισμού και της προόδου σύμφωνα με το Διαφωτισμό.

Ο όρος πολιτισμός χρησιμοποιείται εκτεταμένα και με διαφορετική κάθε φορά σημασία, τόσο στον καθημερινό λόγο όσο και στα επιστημονικά συγγράμματα.
            Όπως αναφέρει η Ευγενία Μπιτσάνη  ( 2004:29 ) « η λέξη πολιτισμός, αν και χρησιμοποιείται ευρύτατα και κυρίως στον καθημερινό λόγο, δεν έχει σαφές και ξεκάθαρο περιεχόμενο. Γενικότερα, χρησιμοποιώντας τον όρο ‘πολιτισμός’ εννοούμε το σύνολο των υλικών και πνευματικών αξιών που δημιουργήθηκαν από την ανθρώπινη δράση στη διαχρονία ».
            Εάν συμβουλευτούμε το λεξικό κοινωνιολογίας θα δούμε πως « για τους διανοούμενους του Διαφωτισμού  η έννοια του πολιτισμού ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδέα της κοινωνικής προόδου και κατά κύριο λόγο με το θρίαμβο της λογικής επί της θρησκείας, την παρακμή τοπικών ιδιαίτερων εθίμων και την ανάπτυξη της φυσικής επιστήμης.» (Abercrombie, Hill and Turner,1991 : 300).
            Ο Διαφωτισμός ως ιδεολογική κίνηση στην Ευρώπη συνέβαλλε  στην πνευματική και πολιτική απελευθέρωση του ανθρώπου, διαδόθηκε το 18ο αι. χάρη στη συμβολή μιας σειράς διανοούμενων οι οποίοι ιδιαίτερα στη Γαλλία και την Αγγλία απέρριψαν τη δεισιδαιμονία και το θεολογικό σκοταδισμό. Πίστευαν  ότι η διάνοια έχει απεριόριστη ικανότητα να εξελιχτεί, για να πραγματοποιήσει τον ύψιστο σκοπό της ζωής, την ευτυχία του ανθρώπου. Οι βασικές ιδέες του διαφωτισμού συνοψίζονται ως εξής: «Πίστη στη δύναμη του ορθού λόγου, στην εξελιξιμότητα του ανθρώπου, στην πρόοδο και στη δυνατότητα της ευτυχίας· ο διαφωτισμός είναι αισιόδοξος· αποδίδει, κατά συνέπεια, ιδιάζουσα σημασία στα θέματα της αγωγής· προάγει τις ζωντανές γλώσσες και ιδιαίτερα τα εθνικά ιδιώματα, σε βάρος των νεκρών γλωσσών, καλλιεργεί την ελεύθερη κριτική έρευνα, τη γνώση του φυσικού κόσμου, κηρύσσει την ανεξιθρησκεία, διδάσκει την αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου. Για το διαφωτισμό ο ορθός λόγος είναι ισχυρότερος από οποιαδήποτε παράδοση και οποιαδήποτε αυθεντία· το πείραμα νικά την παράδοση και εξασφαλίζει τη γνώση του φυσικού κόσμου».  ( Δημαράς, 1977 : 6 )
Η έννοια του πολιτισμού εμφανίζεται για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1750 στα κείμενα του Μαρκησίου Μιραμπώ όταν ασκεί κριτική στο σύστημα αξιών της εποχής του και δεν αναφέρεται ούτε σε άτομα αλλά ούτε και σε κάποια ανώτερη κοινωνική τάξη. Ως πολιτισμός νοείται μία διαδικασία κοινωνικής προόδου η οποία με τη βοήθεια της γνώσης και της επιστήμης πραγματοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα. Όπως ο Μιραμπώ έτσι και ο  Κοντορσέ, καθώς και άλλοι γάλλοι διαφωτιστές, πιστεύει στη συνέχεια της προόδου του ανθρώπου και θεωρεί ότι η ανθρώπινη φύση θα βελτιωθεί πορευμένη προς μια φυσική, πνευματική και ηθική τελειότητα.
 ( Πασχαλίδης, Χαμπούρη Ιωαννίδου , 2002 : 30-32).
1.2 Η έννοια της μαζικής κουλτούρας.
Ο όρος πολιτισμός συχνά συγχέεται με τον όρο κουλτούρα. Ο Νίκος Δεμερτζής στο άρθρο του « Κουλτούρα και Νεωτερικότητα» (1988) αναφέρει : « τις περισσότερες φορές η λέξη ‘κουλτούρα’ αποδίδεται στην ελληνική ως ‘παιδεία’. Συχνά δε και ως πολιτισμός, ενώ δε ελλείπουν και άλλες απόπειρες μετάφρασης του όρου όπως πχ παράδοση, καλλιέργεια». Αξίζει να αναφερθεί κανείς στη θεωρία της μαζικής κουλτούρας που εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τον 20ο. Ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, νέα δεδομένα προκαλούν την εμφάνιση νέων θεωριών και την κριτική αναθεώρηση σε ότι ίσχυε μέχρι εκείνη τη στιγμή.
            Το τέλος της αποικιοκρατίας, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ιδιαίτερα των μέσων μαζικής επικοινωνίας καθώς και η εμφάνιση νέων μεταναστευτικών ρευμάτων αλλάζουν τον παγκόσμιο χάρτη. Η επικοινωνία είναι ευκολότερη και πιο άμεση , οι ιδέες « κυκλοφορούν», οι άνθρωποι είναι εκτεθειμένοι σε περισσότερα ερεθίσματα, η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής κάθε λαού γίνεται περισσότερο γνωστός στον υπόλοιπο κόσμο και δεν υπάρχει πια ο ευρωπαϊκός εθνοκεντρισμός.
             Επιγραμματικά θα πούμε πως διαφορετικές απόψεις σχετικά με την έννοια αυτή παρουσιάστηκαν. « Μαζική είναι η κουλτούρα που προορίζεται για τη μάζα και για το πλατύ κοινό. Η μαζική κουλτούρα δεν είναι αυτή που δημιουργείται από τις μάζες αλλά αυτή που κατασκευάζεται με βιομηχανικό τρόπο για να καταναλωθεί απ’αυτές. (Βασιλείου, Σταματάκης, 1992:237) Η μαζική κουλτούρα έρχεται σε αντίθεση με την ποιοτική κουλτούρα ( ή αλλιώς υψηλή κουλτούρα) η οποία γίνεται αντιληπτή από και προορίζεται για μία εκλεκτή μειοψηφία.
            Η έννοια αυτή δέχτηκε ευρεία κριτική. Πολύ συνοπτικά υπάρχει η συντηρητική κριτική στη μαζική κουλτούρα σύμφωνα με την οποία η κουλτούρα της προβιομηχανικής εποχής ήταν η ιδανική διότι υπήρχε η κοινωνική ιεραρχία και τάξη, ο σεβασμός στην παράδοση, κάτι το οποίο υπονομεύει η μαζική κουλτούρα. Για τους θεωρητικούς της συντηρητικής πλευράς η μαζική κουλτούρα οδηγεί σε κοινωνική παρακμή.
           


1.3  Η Σχολή της Φραγκφούρτης και η έννοια της πολιτιστικής βιομηχανίας.

            Η αριστερή κριτική προσέγγιση για την έννοια της μαζικής κουλτούρας έχει βασικό σημείο αναφοράς τις απόψεις του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας που ξεκίνησε το 1923 ως Κέντρο Μαρξιστικών Σπουδών στην Φραγκφούρτη. Η πρώτη γενιά των στοχαστών της Σχολής της Φραγκφούρτης ( T. Adorno, M.Horkheimer, H. Marcuse, L. Lowenthal , Ε.Fromm) προσεγγίζουν την έννοια της μαζικής κουλτούρας υπό την επίδραση της ανόδου του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού στη Δυτική Ευρώπη καθώς και του σταλινισμού στην Ανατολική. Ύστερα από την επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία και τη μετανάστευση αρκετών από τα μέλη του Ινστιτούτου στην Αμερική  , όπου  εκεί ήδη υπήρχε ένα αυξημένο ενδιαφέρον για μελέτες οι οποίες αφορούσαν στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τα μέλη της Σχολής παρατήρησαν από κοντά και πραγματοποίησαν εργασίες σχετικές με τη δύναμη χειραγώγησης των ΜΜΕ. Θεώρησαν πως η επιτήδεια ναζιστική προπαγάνδα έχει πολλά κοινά με την «συστηματική ιδεολογική χειραγώγηση και πολιτική καθυπόταξης των ευρέων κοινωνικών στρωμάτων». (Πασχαλίδης, Χαμπούρη Ιωαννίδου , 2002:98). Πρόκειται για δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου πολιτικού και πολιτισμικού φαινομένου του ολοκληρωτισμού ( ο.π) Η αστική και η εργατική τάξη διαλυόταν και έτσι  ήταν ευκολότερο να χειραγωγηθούν . Το αυταρχικό κράτος εκδηλωνόταν μέσω τις βίας και της τρομοκρατίας στην Ευρώπη ενώ στην Αμερική εκφραζόταν μέσω του κομφορμισμού και των φυλετικών διακρίσεων (Μερτίκας,1991: 53). Η δύναμη χειραγώγησης των μέσων μαζικής επικοινωνίας και ιδιαίτερα του ραδιοφώνου και του κινηματογράφου ήταν στο επίκεντρο των μελετών. Όπως αναφέρει ο Κώστας Γουλιάμος ( 2004 :85 ) « οι εκπρόσωποι της Σχολής έθεσαν ως θεωρητικό του πυλώνα την ανάλυση  της αλλοτρίωσης και πραγμοποίησης ως συνθηκών εκμηδενισμού ή εξαφανισμού της αυθεντικότητας. Γι’ αυτούς, η πραγμοποιημένη κοινωνική ολότητα εξασθενεί, αν δε εξουθενώνει, την ποιότητα της ανθρώπινης κατάστασης». Σύμφωνα με του εκπροσώπους της Σχολής της Φραγκφούρτης αλλά και άλλους θεωρητικούς όπως η Χάνα Άρεντ, Ο Ντουάιτ Μακντόναλντ, ο Ρόλαν Μπαρτ και ο Ζαν Μπωτνριγιάρ η μαζική κουλτούρα είναι μία βιομηχανικά παραγόμενη, εφήμερη και ρηχή κουλτούρα που παράγεται για απλή κατανάλωση και όχι ένας τρόπος προσωπικής έκφρασης ή ένα προϊόν κριτικής σκέψης.
            Όσον αφορά συγκεκριμένα στον  όρο «πολιτιστική βιομηχανία» θα μπορούσαμε να πούμε ότι  συναντάται αρχικά στο ομότιτλο δοκίμιο των Adorno και  Horkheimer (1947/1984), που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο τους  Dialektik der Aufklarung (Διαλεκτική του Διαφωτισμού). Οι νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου όπως ο πολιτισμός και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας προκαλούν την αποδοχή των νέων μορφών της καπιταλιστικής κοινωνίας (Βερνίκος κ.συν.,2005: 39). Οι δύο συνεργάτες με το έργο τους αυτό καταγγέλλουν την ψυχαγωγική βιομηχανία του καταναλωτικού καπιταλισμού. Το κεφάλαιο με τίτλο « η Βιομηχανία της κουλτούρας» ξεκινάει με την παρακάτω πρόταση « Η κοινωνιολογική θεωρία ότι η απώλεια του στηρίγματος της αντικειμενικά εδραιωμένης θρησκείας, η εξαφάνιση των τελευταίων προκαπιταλιστικών υπολειμμάτων και η τεχνολογική και κοινωνική διαφοροποίηση και εξειδίκευση έχουν οδηγήσει την κουλτούρα μας σ΄ένα χάος αναιρείται καθημερινά ˙ γιατί η κουλτούρα σήμερα βάζει την ίδια σφραγίδα σε όλα» (Adorno ,Horkheimer 1986:141).Υποστήριξαν ότι το κίνημα του Διαφωτισμού είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Η κριτική σκέψη και η απελευθέρωση του ανθρώπου όντας ο κύριος σκοπός του παρόλα αυτά οδήγησε  σε ένα εργαλειακό έλεγχο της κοινωνικής ζωής , σε μία πραγματιστική μορφή ορθολογικότητας. Κύριο δημιούργημα τελικά του Διαφωτισμού ήταν η μαζική κοινωνία η οποία προήλθε από την γραφειοκρατία, την τεχνολογία και τον περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερίας. Οι κοινωνικές ελίτ ενδυναμώθηκαν χάρη στις κοινωνικές και πολιτισμικές αυτές αλλαγές ( Smith, 2006 :89 ). Η βιομηχανία της κουλτούρας επιβάλλει παντού την ομοιομορφία, έχει κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού, δημιουργεί ανθρώπους οι οποίοι αρκούνται στο να καταναλώνουν απλά και όχι να σκέπτονται, ή να αναλαμβάνουν συλλογική δράση. Παρατηρείται τυποποίηση των προϊόντων της, κυριαρχούν τα στερεότυπα και οι συνταγές και για να καλυφθούν οι διαφορετικές ομάδες των καταναλωτών παρατηρείται η δημιουργία διαφορετικών ειδών μαζικής κουλτούρας. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της Σχολής της Φραγκφούρτης  « το βασικό συνολικό αποτέλεσμα της πολιτισμικής βιομηχανίας είναι ένας αντι-διαφωτισμός, καθώς προάγει τη μαζική εξαπάτηση και εμποδίζει τη διαμόρφωση αυτόνομων, αυτοτελών, συνειδητά κρινόντων και αποφασιζόντων ατόμων, εκείνων δηλαδή των ατόμων χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει και να αναπτυχθεί η δημοκρατία» ( Αdorno, 1989:37 όπως αναφέρεται στο Πασχαλίδης, Χαμπούρη Ιωαννίδου , 2002:  100). Σύμφωνα με τα μέλη της Σχολής η λύση βρισκόταν « στην επανασύνδεση με παλαιότερους τρόπους σκέψης σχετικά με την κοινωνία και τις σχέσεις της με τη φύση- τόσο την εξωτερική φύση, το περιβάλλον, όσο και τη φύση στο ανθρώπινο σώμα. Ο ‘Λόγος’ μπορούσε και έπρεπε να συμπεριλάβει αυτή την ηθική σκέψη» (Hall, Gieben, 2003:389).













ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 2.1 Οι σύγχρονες θεωρίες για  την μαζική κουλτούρα και την πολιτιστική
βιομηχανία

            Οι απόψεις που αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με το ότι η πολιτιστική βιομηχανία  διαδραματίζει πρωτεύων ρόλο στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού διότι σύμφωνα με τους Αντόρνο και Χορκχάιμερ δημιουργεί ευχαριστημένους καταναλωτές χωρίς ικανότητα για κριτική σκέψη θεωρούνται λίγο αναχρονιστικές στις μέρες μας ( όπως για παράδειγμα η άποψη του Αντόρνο για το ότι η μουσική τζαζ και ο λαϊκός κινηματογράφος έχουν αρνητική επίδραση στο κοινό) ( Smith, 2006: 91).
            Όσον αφορά στην πλουραλιστική προσέγγιση για την μαζική κουλτούρα, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1950 παρατηρούμε πως προτείνεται μία άλλη ονομασία, ο όρος «δημοφιλής κουλτούρα». Αυτό αποτελεί ένδειξη για την αλλαγή του αρνητικού κλίματος που επικρατούσε έως εκείνη τη στιγμή σχετικά με την έννοια της μαζικής κουλτούρας. Δίνεται έμφαση στον πολιτισμικό πλουραλισμό της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Οι άνθρωποι δεν θεωρούνται ότι αποτελούν πλέον ένα εύπιστο κοινό αλλά ένα σύνολο όντων που έχουν συνείδηση και επιλέγουν να καταναλώνουν διαφορετικά προϊόντα κουλτούρας. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Χέρμπερτ Γκανς ο οποίος διαχωρίζει την δημοφιλή κουλτούρα σε πέντε διαφορετικές κουλτούρες,, που τις αποκαλεί «κουλτούρες γούστου». Ο Πάτρικ Μπράντλιντζερ ωστόσο προχωρά πάρα πέρα το συλλογισμό και στην εισαγωγή του βιβλίου του « Άρτος και θεάματα» αναφέρει « η άποψη του Γκανς συμφιλιώνει τη δημοκρατία και τη μαζικοποίηση μ’ έναν τρόπο που, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να εναρμονιστεί με την πραγματικότητα» (1999:10). Η πλουραλιστική προσέγγιση για την μαζική κουλτούρα άφηνε ωστόσο αναπάντητα τα ζητήματα που είχαν τεθεί από τη Σχολή της Φραγκφούρτης σχετικά με τη γιγάντωση των πολιτισμικών βιομηχανιών και την προσπάθεια επιβολής κατανάλωσης από το κοινό συγκεκριμένων προϊόντων κουλτούρας.
            Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 εμφανίζεται μία εναλλακτική προσέγγιση για την μαζική κουλτούρα με κύριους εκπροσώπους τον Ρέημοντ Ουίλλιαμς και τον Ουμπέρτο Έκο. Ειδικότερα ο δεύτερος προτείνει την συστηματική μελέτη των μέσων μαζικής επικοινωνίας, την διερεύνηση της ρητορικής τους, τις καινοτομίες που εισήγαγαν και τη δομή των μηνυμάτων τους. Με άλλα λόγια θα πρέπει να μελετηθεί ο τρόπος πρόσληψης των μηνυμάτων και το πώς το αντιλαμβάνεται το κοινό. (Ουμπέρτο Έκο, 1987: 59 ) και ( Ι. Βούρτσης κ.συν. 1999:68-70 ).
            Καθώς προχωρούσε ο 20ος αιώνας μία νέα προσέγγιση εμφανίστηκε με το όνομα Πολιτισμικές Σπουδές. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η συνθετική συνεξέταση των διαφορετικών συντελεστών του φαινομένου της δημοφιλούς κουλτούρας, των «πολιτισμικών βιομηχανιών», των προϊόντων τους και του κοινού, με έμφαση τόσο στον υπερκαθορισμό του καθενός από το κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον όσο και στις ποικιλόμορφες αλληλεπιδράσεις τους. (Γρ. Πασχαλίδης κ. συν. 2002:116).
            Τέλος μία πρόσφατη προσέγγιση στη δημοφιλή κουλτούρα δίνει μεγάλη σημασία στον καθορισμό του νοήματος από το κοινό, στη μελέτη της δημιουργικής πρόσληψης από αυτό. Ωστόσο πολλοί είναι οι θεωρητικοί που βρίσκουν αυτήν την προσέγγιση προβληματική διότι δίνεται μεγάλη βαρύτητα στο ενεργητικό – δημιουργικό κοινό και παραμελείται ο ρόλος των «πολιτισμικών βιομηχανιών». Όταν αναφερόμαστε στις πολιτισμικές βιομηχανίες εννοούμε πρωταρχικά τα αγαθά που προέρχονται από αυτές και που προϋποθέτουν διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης, τη διάθεση τους στο κοινό όπως και τη διαφήμιση τους, σε αντιδιαστολή προς άλλους τομείς της βιομηχανίας, αλλά και προς τον τρόπο οικονομικής τους ενίσχυσης από το κράτος και τους ιδιώτες. ( Νεοκλής Σαρρής 1992:45 ). Για το λόγο αυτό η προσέγγιση αυτή αποκαλείται πολιτισμικός λαϊκισμός .

            2.2  Η τηλεόραση ως παράδειγμα  πολιτιστικής βιομηχανίας .

            Η ανάπτυξη της πολιτιστικής βιομηχανίας και της μαζικής κουλτούρας οδήγησε σιγά σιγά στην αυξανόμενη κατανάλωση των λεγόμενων πολιτιστικών προϊόντων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η Μυρσίνη Ζορμπά (2006:12) από την Ουνέσκο σχετικά με τις ΗΠΑ και τον ευρωπαϊκό χώρο, «από το 1996 και εντεύθεν η πολιτιστική βιομηχανία είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική  βιομηχανία των ΗΠΑ, ξεπερνώντας για πρώτη φορά παραδοσιακούς κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η γεωργία, η διαστημική και η άμυνα[….]Στον ευρωπαϊκό χώρο λειτουργούν σήμερα 250.000 πολιτιστικές βιομηχανίες, μικρού ή μεσαίου μεγέθους, χωρίς να λογαριάσουμε τις πολυεθνικές. Και για να ολοκληρωθεί η εικόνα, αξίζει να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αυτός ο τομέας απασχολεί 3,5 εκατομμύρια εργαζόμενους, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης πολύ πάνω από τον μέσο όρο».
Η τηλεόραση κατέχει μία ξεχωριστή θέση μέσα στο σύνολο των σύγχρονων πολιτιστικών βιομηχανιών όπως είναι το ραδιόφωνο, η δισκογραφία, ο κινηματογράφος κλπ. και τις τελευταίες δεκαετίες  έχει πάρει τη θέση πλέον του τελευταίου όσον αφορά τη σημασία της κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με αυτό που πίστευαν οι θεωρητικοί της Σχολής της Φραγκφούρτης. Συγκεκριμένα ο Adorno θεωρούσε ότι «ο κινηματογράφος αποτελεί τον κεντρικό τομέα της πολιτισμικής βιομηχανίας» (Βερνίκος κ.συν.,2005: 198) για τους λόγους οι οποίοι αναφέρθηκαν στο πρώτο μέρος της παρούσας εργασίας. Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα λοιπόν επικράτησε μία συζήτηση μεταξύ των θεωρητικών της εποχής σχετικά με τις ηθικές , ιδεολογικές και πολιτισμικές επιπτώσεις της τηλεόρασης.
            Η μεταβολή του γενικότερου πλαισίου, ο σύγχρονος τρόπος ζωής, το πολυπολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε έφεραν την τηλεόραση στη θέση που βρίσκεται σήμερα. « Από παλιά οι κοινωνίες αναμιγνύονται και αλλάζουν, αλλά σήμερα τα προϊόντα, οι ιδέες και τα άτομα μετακινούνται γρηγορότερα. Μέσα σε λίγες γενιές διέδωσαν σε κάθε γωνιά της γης έναν αστικό, τεχνοκρατικό πολιτισμό. Με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και το βίντεο, η νέα κουλτούρα αγγίζει ακόμη και τους αναλφάβητους, σχεδόν ένα δισεκατομμύριο άτομα. Κάθε άλλο παρά ομοιόμορφος , ο νέος παγκοσμιοποιημένος πολιτισμός είναι ένα ασταθές κράμα από πειραματισμούς και καινοτομίες, με όλες τις κοινωνίες να ανταλλάσσουν πολιτισμικά στοιχεία. Όπως σημειώνει η Erla Zwignle στο Παγκόσμιο Χωριό, το παλιό μεταμορφώνει το νέο και αντίστροφα [….] Τα αγαθά, οι άνθρωποι, οι ιδέες κυκλοφορούν. Οι πολιτισμοί αλλάζουν. Η διαφορά σήμερα είναι η ταχύτητα και το εύρος αυτών των αλλαγών. Η τηλεόραση χρειάστηκε 13 χρόνια να αποκτήσει 50 εκατομμύρια χρήστες, το Διαδίκτυο χρειάστηκε μόνο πέντε».(Swerdlow, 1999 :42). H παγκοσμιοποίηση της επικοινωνίας διαμορφώνει ένα νέο περιβάλλον και ανατρέπει πολλά από τα παλιά δεδομένα στην οικονομία, την πολιτική, τις διεθνείς σχέσεις και κατ επέκταση τον πολιτισμό και τις πολιτιστικές βιομηχανίες όπως είναι και η τηλεόραση. Όπως επισημαίνει ο Νίκος Λέανδρος(2000:158) «Παγκοσμιοποίηση σημαίνει: ψηφιοποίηση, κινητοποίηση και δικτύωση της επικοινωνίας».
Παρόλα αυτά ,όπως υπογραμμίζει ο ΜcQuail (2002 :14-15) ενώ οι νέες τεχνολογίες ευνοούν τα νέα μέσα, τα παλιά παραδοσιακά μέσα όπως είναι ο γραπτός τύπος, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση επειδή σχετίζονται με τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας συνεχίζουν να έχουν επιρροή και να ανταποκρίνονται στις βασικές ανάγκες των ανθρώπων που σχετίζονται με την καθημερινή τους ζωή, ψυχαγωγία, και επικοινωνία. Βάσει των ισχυρισμών του Boltz ( 2008 : 20) η σχέση που διέπει τους εν λόγω επικοινωνιακούς μηχανισμούς, ανάμεσα σε αυτούς και η τηλεόραση ,είναι μάλλον ένα είδος συλλειτουργίας παρά ένας έντονος ανταγωνισμός. Όπως παραθέτει «οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε αμοιβαία εξάρτηση: το Ίντερνετ χρειάζεται τα μαζικά μέσα για να προσελκύσει την προσοχή και τα μαζικά μέσα χρειάζονται το Ίντερνετ για να έρχονται σε επαφή με τις ομάδες-στόχους».
Στο τέλος της δεκαετίας του 80 και ιδιαίτερα στη χώρα μας το 1989 ( με το Ν.1866/89 η νέα κυβέρνηση νομιμοποίησε την ιδιωτική ραδιοτηλεόραση) πραγματοποιήθηκε η λεγόμενη «απορρύθμιση» του παγκοσμιοποιημένου πλέον ραδιοτηλεοπτικού πεδίου με άμεση συνέπεια την αντιπαράθεση των στόχων του δημοσίου συμφέροντος με τους στόχους για κερδοφορία των μέσων. (Κωνσταντινίδου :9).
Μπορεί από τη μία πλευρά λοιπόν να υπάρχουν τα διάφορα ισχυρά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα τα οποία αναζητούν τρόπους και μεθόδους επιβολής στο τηλεοπτικό κοινό ( ιδιαίτερα μετά την απορρύθμιση )  κάτι το οποίο το είχαν εντοπίσει οι θεωρητικοί της Σχολής της Φραγκφούρτης όπως ήδη έχει αναφερθεί , από την άλλη πλευρά όμως, όπως είδαμε και στο πρώτο μέρος, υπάρχουν και οι θεωρητικοί οι οποίοι   επιχειρούν διαφορετική προσέγγιση του φαινομένου. Η τηλεόραση, ως πολιτιστική βιομηχανία, επηρεάζεται από την ικανότητα του τηλεοπτικού κοινού να συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη μορφή επικοινωνίας και να απαιτεί αξιοπιστία στην ενημέρωση, ιδεολογικό πλουραλισμό, αντικειμενικότητα και πολιτισμική ποικιλομορφία. Όπως αναφέρει ο Fiske (2000:450  ) το κοινό χωρίζεται σε διαφορετικές κατηγορίες οι οποίες έχουν την ικανότητα να διαπραγματεύονται τα δικά τους νοήματα και να αντιστέκονται στον κυρίαρχο λόγο των μέσων μαζικής επικοινωνίας αποκομίζοντας απόλαυση από τη διαδικασία αυτή. Ο πολιτισμός σύμφωνα με τον ίδιο θεωρητικό «παράγεται από μέσα και όχι απ’ έξω : Σε μία μαζική κοινωνία, τα υλικά και τα συστήματα σημασιών από τα οποία δημιουργούνται οι πολιτισμοί είναι σχεδόν αναπόφευκτο να παραχθούν από τις πολιτιστικές βιομηχανίες: Αλλά, η μετατροπή αυτών των υλικών σε πολιτισμό, δηλαδή, στις σημασίες του εαυτού και των κοινωνικών σχέσεων, και η ανταλλαγή αυτών των υλικών με απόλαυση είναι μία διαδικασία που μπορούν να επιτελέσουν μόνο οι καταναλωτές-χρήστες τους και όχι οι παραγωγοί τους». (Fiske, ο.π :469). Σύμφωνα με τον ίδιο θεωρητικό στους βιομηχανικούς πολιτισμούς υπάρχει η υλική οικονομία που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την τηλεόραση ως φορέα ομοιογενοποίησης και η πολιτισμική οικονομία και βασίζεται στην πολλαπλότητα των τρόπων και των στιγμών υποδοχής της τηλεόρασης.( Fiske, ο.π :471 ). Με λίγα λόγια το κεφάλαιο και ο λαός έχουν μία αμφίδρομη σχέση και ανάλογα με αυτήν η τηλεόραση διακινείται αποτελεσματικά τόσο στην υλική όσο και στην πολιτισμική οικονομία. Είναι η πολιτισμική βιομηχανία όπου οι κατέχοντες την εξουσία θα πρέπει να αναγνωρίσουν την «επισφαλή θέση της εξουσίας τους και όπου θα πρέπει να ενθαρρύνουν τις πολιτισμικές διαφορές με όλο τον κίνδυνο που αυτό συνεπάγεται για τη δική τους θέση».( Fiske, ο.π : 474 )












ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι πολιτισμικές διαφορές είναι ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο η πολιτιστική βιομηχανία της τηλεόρασης έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους της. Στις μέρες μας η καθημερινή ζωή των πολιτών χαρακτηρίζεται από μία σύνθετη πολιτιστική διαδικασία μέσα από την οποία όλα όσα μεταδίδονται από την τηλεόραση σε όλες της τις μορφές ( μέσω ίντερνετ, ψηφιακή,  ιδιωτική και δημόσια κλπ ) επιλέγονται, καλλιεργούνται και προάγουν τις διάφορες μορφές τέχνης και πολιτισμού. Η εκπαίδευση και η προσωπική καλλιέργεια των πολιτών δεν θα πρέπει να θεωρηθούν αμελητέες σε αυτήν τη διαδικασία ( Ζορμπά, 2003 : 1 ).
Ιδιαίτερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία ανήκει και η χώρα μας η πολιτιστική βιομηχανία όπως είναι η τηλεόραση αντικατοπτρίζει την εθνική της πολυμορφία και συνεπώς αποτελεί μία προστιθέμενη αξία για την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Υπάρχει η οδηγία για την Τηλεόραση χωρίς σύνορα η οποία σε συνδυασμό με το πρόγραμμα Media Plus έχει ως στόχο της την ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής οπτικοακουστικής παραγωγής καθώς και τη βελτίωση της κυκλοφορίας ευρωπαϊκών έργων εντός της ευρωπαϊκής αγοράς. Θα πρέπει να προσθέσουμε πως στην πρόταση ψηφίσματος του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου σχετικά με τις πολιτιστικές βιομηχανίες (2003) επισημαίνεται η ανάγκη κατάλληλης προσαρμογής της σχετικής με τα μέσα ενημέρωσης νομοθεσίας λόγω της συνεχιζόμενης ψηφιοποίησης της τηλεόρασης καθώς επίσης της ανάγκης ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Οπτικοακουστικών Μέσων και άλλων εξειδικευμένων οργανισμών. Στην ίδια πρόταση υπάρχει και η υπόδειξη της ανάγκης προβολής και μετάδοσης ταινιών στο πρωτότυπο έτσι ώστε να εξοικειωθούν οι τηλεθεατές με το πολυγλωσσικό περιβάλλον και να μετατραπεί η πολιτιστική πολυμορφία από μειονέκτημα σε προστιθέμενη αξία.
Είδαμε λοιπόν πως μέσα στις τελευταίες δεκαετίες γίναμε μάρτυρες μίας γενίκευσης της μαζικής κουλτούρας μέσα σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής. Μέσα από το παράδειγμα της τηλεόρασης ως πολιτιστικής βιομηχανίας μπορούμε να διαπιστώσουμε πως πολλά από τα στοιχεία της κριτικής όσον αφορά  στη μαζική κουλτούρα και στη πολιτιστική βιομηχανία  που ανέπτυξαν οι θεωρητικοί της Σχολής της Φραγκφούρτης ισχύουν. Εντούτοις όπως είδαμε υπάρχουν και άλλες πλευρές που οδήγησαν σε πιο λειτουργικές τοποθετήσεις. Σίγουρα όπως επισημαίνει η Μυρσίνη Ζορμπά φαινόμενα του πολιτιστικού αναλφαβητισμού, της χειραγώγησης και του ελέγχου μέσω των ΜΜΕ «δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ούτε με τον παραδοσιακό πεσιμισμό, που θρηνεί για τις χαμένες αξίες του παρελθόντος, ούτε με την υποτίμηση των μαζών, που είναι εύκολα χειραγωγήσιμες και δεν αντιδρούν, ούτε με την κλασική αρτηριοσκληρωτική διάκριση υψηλής ποιοτικής και χαμηλής κουλτούρας[….] αλλά με την ερμηνεία και τις προτάσεις μιας διεισδυτικής οπτικής, που δεν θα αναζητά το κύρος της στην εύκολη ταξινόμηση και την καταγγελία αλλά θα σκάβει βαθιά, με επιστημονικά εργαλεία να βρει τις αλήθειες, τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τις ερμηνείες». ( 2006,ο.π : 14 )

























ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·         Abercrombie N.,Hill S., Turner B.S. ( 1991), Λεξικό κοινωνιολογίας, Αθήνα:Πατάκη.

·         Adorno T.W, Horkheimer Μ. (μτφ Ζήσης Σαρίκας 1986), H Διαλεκτική του Διαφωτισμού, Αθήνα: ΎΨΙΛΟΝ


·         Βασιλείου, Θ.Α., Σταματάκης, Ν. (1992), Λεξικό των επιστημών του ανθρώπου, Αθήνα : Gutenberg.

·         Βερνίκος, Ν. και άλλοι ( επιμ),(2005), Πολιτιστικές βιομηχανίες, Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά, Αθήνα: Κριτική.

·         Boltz N.,( 2008 )To αλφαβητάρι των Μέσων , ( μτφ Λευτέρης Αναγνώστου), Αθήνα :Σμίλη.

·         Βούρτσης Ι. και άλλοι, ( 1999 ), Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α,Η έννοια του Πολιτισμού, Όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού, Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.


·         Γουλιάμος, Κ. (2004), Ιερές Πλάνες-δοκίμια πολιτικής και πολιτισμικής επικοινωνίας, Αθήνα : Γαβριηλίδης.

·         Δημαράς,Κ.Θ. ( 1977 ), Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα : Ερμής.

·         Eco U., (1987), Κήνσορες και θεράποντες, Αθήνα: Γνώση

·         Hall S.,Gieben B., (2003- β΄έκδοση), Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας,Αθήνα: Σαββάλας.

·         Λέανδρος N, (2000), Πολιτική οικονομία των ΜΜΕ: Η αναδιάρθρωση της
βιομηχανίας των ΜΜΕ στην εποχή της πληροφοριακής επανάστασης, Αθήνα:
Καστανιώτης.

·         McQuail D (2002). Η θεωρία της Μαζικής Επικοινωνίας για τον 21ο αιώνα,.
Παπαθανασόπουλος Στ (επιμ.), Αθήνα: Καστανιώτης




·         Μπιτσάνη,Ε.(2004),  Πολιτισμική Διαχείριση και Περιφερειακή Ανάπτυξη, Αθήνα : Διόνικος.

·         Μπράντλιντζερ Π., (1999), Άρτος και θεάματα, Αθήνα : Νησίδες.


·         Πασχαλίδης, Γρ., Χαμπούρη Ιωαννίδου, Αικ. (2002), Οι διαστάσεις των πολιτιστικών φαινομένων, τόμος Α, Πάτρα : Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

·         Σαρρής Ν.,(1992), Ελληνική κοινωνία και τηλεόραση, Αθήνα : Γόρδιος.

·         Smith P.,(2006), Πολιτισμική Θεωρία, Αθήνα: Κριτική.


·         Φισκ Τ.,(2000), Η ανατομία του τηλεοπτικού λόγου, Αθήνα : Δρομέας.

ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ
Swerdlow L.J, (1999), περιοδικό NATIONAL GEOGRAPHIC –Ελλάδα, Τόμος 3,Νο 2.

ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

·         Δεμερτζής, Ν. (1988), «Κουλτούρα και Νεωτερικότητα», περιοδικό Λεβιάθαν τεύχος 02. http://library.panteion.gr:8080/dspace/handle/123456789/812
 ( πρόσβαση 02/11/2010 )

·         Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ( 2003 ), Πρόταση ψηφίσματος σχετικά με τις πολιτιστικές βιομηχανίες, http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?type=REPORT&reference=A5-2003-0276&language=EL#title2 ( πρόσβαση 05/11/2011 )

·         Ζορμπά Μ.,(2003), πρακτικά συζήτησης στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο σχετικά με την πολιτιστική βιομηχανία, http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//TEXT+CRE+20030904+ITEM-004+DOC+XML+V0//EL
( πρόσβαση 05/11/2011)

·         Ζορμπά Μ.,(2006), «Πολιτισμός και δημόσια σφαίρα: η ανάγκη διαμόρφωσης μιας νέας πολιτικής ατζέντας», http://www.opek.gr/opek/index.php?option=content&task=view&id=40
( πρόσβαση 03/11/2011)

·         Κωνσταντινίδου Χ,( 2003), Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και η παραγωγή νοήματος. Θεωρητικές προσεγγίσεις και προοπτικές. Β μέρος. Επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών.
( πρόσβαση 06/11/2011 ).

·         Κωνσταντινίδου Χ., Το ζήτημα της αγωγής στα μέσα επικοινωνίας σε ιστορική προοπτική. Από τον παθητικό αποδέκτη στον κριτικό αναγνώστη, τον ενεργό πολίτη και ευφυή συνομιλητή, http://c2.rethymno.gr/files/6/3170/10._konstantinidoy_.pdf?rnd=1295866345

·         Μερτίκας, Γ. Ν. (1991), «Βιομηχανία της κουλτούρας. Ανασκόπηση». Περιοδικό Λεβιάθαν,10.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου